Ο ακατανόητος και σαφώς αντεθνικός, με την έννοια ότι αντίκειται στα
συμφέροντα του Έθνους, ενταφιασμός του μεγαλύτερου ενεργειακού project
του αγωγού φυσικού αερίου, South Stream, ένα έργο που θα αναβάθμιζε
κάθετα την γεωστρατηγική αξία της χώρας, έχει προκαλέσει την πικρία του
αρχιτέκτονα της όλης προσπάθειας πρώην πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή.
Όπως αναφέρουν απόλυτα έγκυρες πηγές του περιβάλλοντός του, όταν
πληροφορήθηκε την θέση που έλαβε γα το έργο ο υπουργός Εξωτερικών
Δ.Αβραμόπουλος την περασμένη εβδομάδα στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή
Άμυνας και Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, η δυσφορία του ήταν έντονη
και την υποδέχθηκε κουνώντας το κεφάλι του με νόημα...
Παρασκευή 28 Σεπτεμβρίου 2012
Ο Αβραμόπουλος "πούλησε" και επίσημα τον αγωγό South Stream.
Αναρτήθηκε από
The truth. master
στις
5:33 μ.μ.
0
σχόλια


Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
BlogThis!Κοινοποίηση στο XΜοιραστείτε το στο FacebookΚοινοποίηση στο Pinterest
Ετικέτες
ενέργεια,
εξωτερική πολιτική,
πετρέλαιο
Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2012
O ψυχρός εκτελεστής Πολ Τόμσεν

Γεννημένος σε μια μικρή παραθαλάσσια πόλη στη χερσόνησο της Γιουτλάνδης το 1955 αλλά μεγαλωμένος στην Κοπεγχάγη, ο Τόμσεν προέρχεται από δεξιά οικογένεια. Σπούδασε οικονομικά στο πανεπιστήμιο της δανικής πρωτεύουσας, όπου και έπιασε δουλειά αφού τελείωσε το μεταπτυχιακό του. Ήταν 1979 και ο Τόμσεν μόλις 24 ετών. Το 1982, το νεοφιλελεύθερο ζιζάνιο από τη Δανία μεταφυτεύθηκε στο ιδανικό έδαφος για να ανθήσει, το ΔΝΤ.
Όπως αναφέρει το Έθνος, πέρασαν περίπου πέντε χρόνια μαθητείας για να ανατεθεί στον Τόμσεν συγκεκριμένο πεδίο εργασίας. Ήταν η Γιουγκοσλαβία, η οποία μέχρι το τέλος της ενασχόλησής του με αυτήν είχε μεταμορφωθεί σε πεδίο μαχών, σφαγών και βομβαρδισμών.
Ήταν 1987, η ίδια χρονιά που ο Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς αναδείχθηκε στην προεδρία του σερβικού Κ.Κ.
Μεταξύ 1990 και 1991 μέχρι το ξέσπασμα του γιουγκοσλαβικού εμφυλίου ο Τόμσεν διετέλεσε επικεφαλής της μόνιμης αντιπροσωπείας του Ταμείου στο Βελιγράδι, όπου και ανέλαβε να ολοκληρώσει ένα προμελετημένο έγκλημα, την αποσταθεροποίηση της Γιουγκοσλαβίας.
Το 1981 το εξωτερικό χρέος της Γιουγκοσλαβίας είχε αγγίξει τα 20 δισεκατομμύρια δολάρια. Από το 1982 το ΔΝΤ ανέλαβε τη στενή επιτήρηση της οικονομίας της χώρας, μέχρι που αυτή οδηγήθηκε στη διάσπαση.
Κάνοντας μια ανασκόπηση στην καριέρα του Τόμσεν και τους σταθμούς του σε άλλες χώρες της παλιάς γιουσκοσλαβικής επικράτειας, τη Ρουμανία, τη Ρωσία αλλά και την Ισλανδία, μπορεί να συμπεράνει κανείς ότι πρόκειται για ένα είδος σύγχρονου Ιμπραήμ που αφήνει πίσω του καμένη γη. Από τα παραπάνω κράτη, μόνο η Ρωσία και η Ισλανδία αντιμετωπίζουν με αισιοδοξία το μέλλον καθώς μπόρεσαν να απαλλαγούν γρήγορα από τον Τόμσεν.
Για τον Πολ Τόμσεν υπήρξαν κατά καιρούς πολλές φήμες. Ότι ο ελληνικός τρόπος ζωής τον «άγγιξε», ότι του άρεσε το πολυτελές lifestyle κι ότι σε μια-δυο βραδινές εξόδους του ξέφυγε από το πρωτόκολλο. Η πιο επίμονη φήμη ωστόσο λέει ότι έχει αναπτύξει μία ιδιαίτερη σχέση, εδώ και δύο χρόνια με γνωστή τηλεοπτική δημοσιογράφο, κάτι που δεν έχει ωστόσο επιβεβαιωθεί.
Αναρτήθηκε από
The truth. master
στις
11:33 π.μ.
0
σχόλια


Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
BlogThis!Κοινοποίηση στο XΜοιραστείτε το στο FacebookΚοινοποίηση στο Pinterest
Τρίτη 18 Σεπτεμβρίου 2012
Η Ελλάδα δίκαια απαιτεί πολεμικές αποζημιώσεις από τη Γερμανία
Στο πλευρό της Ελλάδας σχετικά με τις πολεμικές αποζημιώσεις που
διακαιούται από τη Γερμανία τάσσεται ο αυστριακός ιστορικός Χάγκεν
Φλάισερ, σε συνέντευξή του στην αυστριακή εφημερίδα «Ντερ Στάνταρντ».Το
ελληνικό αίτημα για καταβολή πολεμικών αποζημιώσεων από τη Γερμανία
είναι απόλυτα δικαιολογημένο, καθώς η Ελλάδα ήταν η μόνη από τις
κατεχόμενες από τη ναζιστική Γερμανία μη σλαβικές χώρες (μετά την
Πολωνία, τη Γιουγκοσλαβία και τη Σοβιετική Ενωση) η οποία είχε τις
μεγαλύτερες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές και σε υλικές ζημίες, τονίζει ο
διάσημος, αυστριακής καταγωγής, ιστορικός και καθηγητής Νεότερης
Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, Χάγκεν Φλάισερ, σε συνέντευξή του στην
αυστριακή εφημερίδα «Ντερ Στάνταρντ».
Απαριθμώντας αυτές τις απώλειες, επισημαίνει πως, πέρα από τους 60.000 Έλληνες Εβραίους που δολοφονήθηκαν, δεκάδες χιλιάδες άλλοι Έλληνες εκτελέστηκαν, τουλάχιστον 100.000 πέθαναν από πείνα, ένας στους τρεις Έλληνες υπέφερε από επιδημικές ασθένειες μετά τη γερμανική οπισθοχώρηση, πολλοί ήταν άστεγοι, καθώς είχαν καταστραφεί περί τις 100.000 κατοικίες, ενώ ολόκληρη η οικονομία και οι υποδομές της χώρας καταστράφηκαν στη διάρκεια της κατοχής και η Ελλάδα, από τότε, ποτέ δεν συνήλθε.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της ελληνικής πλευράς το 1945, η ζημία ανερχόταν σε πάνω από δέκα δισεκατομμύρια προπολεμικά δολάρια, από αυτά η Ελλάδα πήρε ως αποζημιώσεις περί τα 25 εκατομμύρια δολάρια, σε σημερινές τιμές, κυρίως σε μορφή αποσυναρμολογημένων βιομηχανικών εγκαταστάσεων από τη Γερμανία που μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα, αλλά ακόμη και αυτά τα 25 εκατομμύρια δολάρια δεν πληρώθηκαν στην Ελλάδα από τους Γερμανούς, αλλά από την Υπηρεσία Αποζημιώσεων των Συμμάχων.
Στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου και κάτω από την πίεση των Ηνωμένων Πολιτειών, το ζήτημα των αποζημιώσεων πρακτικά «πνίγηκε» για να καταστεί η Γερμανία προγεφύρωμα κατά των ανατολικών χωρών και μπορεί να ειπωθεί πως η Ελλάδα έχει στο θέμα των αποζημιώσεων τη μεγαλύτερη ανάγκη αποκατάστασης.
Όπως σημειώνει ο κ. Φλάισερ, η τωρινή χρονική στιγμή δεν είναι ιδιαίτερα ευνοϊκή για το ζήτημα των αποζημιώσεων, καθώς η γερμανική πλευρά διατείνεται πως η Ελλάδα θυμήθηκε ξαφνικά το θέμα επειδή είναι τώρα χρεοκοπημένη, όμως αυτό δεν αληθεύει, διότι το ζήτημα ετίθετο κάθε τόσο, επί δεκαετίες, από την ελληνική πλευρά, παρά το επίσημο μπλοκάρισμα του θέματος.
Βέβαια, η Γερμανία ισχυρίζεται με ευκολία, πως αποζημιώσεις πληρώνουν μόνον οι ηττημένοι ενός πολέμου, «τώρα είμαστε εταίροι και φίλοι», όμως, όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά ο κ. Φλάισερ, «χρέη πληρώνουν και οι φίλοι».
Σε γερμανικά αρχεία της δεκαετίας του 1950 αναφέρεται ρητά ότι κύριος στόχος της γερμανικής πολιτικής προς την Ελλάδα ήταν «η εξαφάνιση του πολεμικού παρελθόντος», δηλαδή ήταν συνειδητή επιλογή η αποσιώπηση του θέματος των αποζημιώσεων, ενώ χρησιμοποιήθηκε ως επιχείρημα έναντι των Ελλήνων «ξεχάστε τις απαιτήσεις για επανορθώσεις, αφού θέλετε να ενταχτείτε στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα».
Όταν το 1995, μετά την απεμπλοκή της Συνθήκης του Λονδίνου στο θέμα των χρεών, ως επακόλουθο της γερμανικής επανένωσης, η Ελλάδα έθεσε επίσημα το θέμα των επανορθώσεων, προσπαθώντας να διαβιβάσει ρηματική διακοίνωση στο γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών, που βρισκόταν τότε στη Βόννη, αυτό αρνήθηκε να την παραλάβει, ακόμη και ο θυρωρός, διότι σύμφωνα με ανακοίνωση της γερμανικής κυβέρνησης, είχε παρέλθει ο χρόνος διευθέτησης του θέματος, ενώ την ίδια τύχη είχαν και οι 65.000 αγωγές ιδιωτών που ζητούσαν αποζημιώσεις.
Σε ό,τι αφορά την επιτροπή που έχει συσταθεί για την εξέταση του αιτήματος για τις πολεμικές αποζημιώσεις, ο κ. Φλάισερ τονίζει ότι η επιτροπή αυτή ήταν μια αντίδραση στην πίεση που δέχεται η ελληνική κυβέρνηση από την αντιπολίτευση, ωστόσο το όλο εγχείρημα δεν έχει νόημα, εφόσον δεν αντιδρά η γερμανική πλευρά. Και στο παρελθόν υπήρξαν τέτοιες επιτροπές, και πάλι όμως δεν αντέδρασε η γερμανική κυβέρνηση και πολύ περισσότερο δεν θα το κάνει τώρα που η Ελλάδα δεν θεωρείται ισότιμος εταίρος.
Όπως καταλήγει στη συνέντευξή του ο διάσημος Αυστριακός ιστορικός, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις, μετά το 1990, διακήρυτταν επίσημα πως δεν παραιτούνται από τις απαιτήσεις, τις οποίες θα θέσουν σε μια ευνοϊκή χρονική στιγμή, στιγμή όμως, που ποτέ δεν ήλθε και τώρα είναι φυσικά η πλέον δυσμενής στιγμή για να τεθεί αυτή η ιστορικά και ηθικά θεμελιωμένη αξίωση.
Απαριθμώντας αυτές τις απώλειες, επισημαίνει πως, πέρα από τους 60.000 Έλληνες Εβραίους που δολοφονήθηκαν, δεκάδες χιλιάδες άλλοι Έλληνες εκτελέστηκαν, τουλάχιστον 100.000 πέθαναν από πείνα, ένας στους τρεις Έλληνες υπέφερε από επιδημικές ασθένειες μετά τη γερμανική οπισθοχώρηση, πολλοί ήταν άστεγοι, καθώς είχαν καταστραφεί περί τις 100.000 κατοικίες, ενώ ολόκληρη η οικονομία και οι υποδομές της χώρας καταστράφηκαν στη διάρκεια της κατοχής και η Ελλάδα, από τότε, ποτέ δεν συνήλθε.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις της ελληνικής πλευράς το 1945, η ζημία ανερχόταν σε πάνω από δέκα δισεκατομμύρια προπολεμικά δολάρια, από αυτά η Ελλάδα πήρε ως αποζημιώσεις περί τα 25 εκατομμύρια δολάρια, σε σημερινές τιμές, κυρίως σε μορφή αποσυναρμολογημένων βιομηχανικών εγκαταστάσεων από τη Γερμανία που μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα, αλλά ακόμη και αυτά τα 25 εκατομμύρια δολάρια δεν πληρώθηκαν στην Ελλάδα από τους Γερμανούς, αλλά από την Υπηρεσία Αποζημιώσεων των Συμμάχων.
Στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου και κάτω από την πίεση των Ηνωμένων Πολιτειών, το ζήτημα των αποζημιώσεων πρακτικά «πνίγηκε» για να καταστεί η Γερμανία προγεφύρωμα κατά των ανατολικών χωρών και μπορεί να ειπωθεί πως η Ελλάδα έχει στο θέμα των αποζημιώσεων τη μεγαλύτερη ανάγκη αποκατάστασης.
Όπως σημειώνει ο κ. Φλάισερ, η τωρινή χρονική στιγμή δεν είναι ιδιαίτερα ευνοϊκή για το ζήτημα των αποζημιώσεων, καθώς η γερμανική πλευρά διατείνεται πως η Ελλάδα θυμήθηκε ξαφνικά το θέμα επειδή είναι τώρα χρεοκοπημένη, όμως αυτό δεν αληθεύει, διότι το ζήτημα ετίθετο κάθε τόσο, επί δεκαετίες, από την ελληνική πλευρά, παρά το επίσημο μπλοκάρισμα του θέματος.
Πριν από τη γερμανική
επανένωση χρησιμοποιούνταν το επιχείρημα πως ολόκληρη η Γερμανία είχε
διεξάγει το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και δεν μπορούν να ζητούνται
αποζημιώσεις από το ένα τμήμα της Γερμανίας, ενώ μετά το 1990 το
επιχείρημα ήταν πως, έχει περάσει τόσος πολύς χρόνος από τότε και στο
μεταξύ τα ζητήματα έχουν λυθεί από μόνα τους.
Ο
ίδιος θεωρεί ουτοπικό ότι η γερμανική πλευρά θα δεχθεί να πληρώσει
επανορθώσεις για την Ελλάδα, γιατί αυτό θα δημιουργούσε προηγούμενο και
ως εκ τούτου θεωρεί πως η Ελλάδα θα πρέπει να επικεντρωθεί στο λεγόμενο
αναγκαστικό κατοχικό δάνειο, το οποίο μάλιστα είχε αναγνωριστεί, τόσο
από τις ναζιστικές δυνάμεις όσο και από τον ίδιο τον Χίτλερ, ως δάνειο
που θα αποπληρωνόταν, αλλά χωρίς τόκους.
Το ενδιαφέρον στην
υπόθεση είναι πως οι πρώτες δόσεις επιστράφηκαν και το «υπόλοιπο χρέος»
είχε υπολογιστεί σε 476 εκατομμύρια χιτλερικά μάρκα ως «χρέη του Γ΄ Ράιχ
προς την Ελλάδα», σε σημερινές τιμές περίπου έξι έως επτά
δισεκατομμύρια ευρώ, χωρίς τους τόκους, που αν συνυπολογιστούν, τότε το
ποσό είναι αστρονομικό. Τέτοια δάνεια, όπως αυτό που υποχρεώθηκε να
καταβάλει η Ελλάδα στη ναζιστική Γερμανία, δεν είχαν επιβληθεί αλλού,
γι' αυτό και δεν υπάρχει προηγούμενο.Βέβαια, η Γερμανία ισχυρίζεται με ευκολία, πως αποζημιώσεις πληρώνουν μόνον οι ηττημένοι ενός πολέμου, «τώρα είμαστε εταίροι και φίλοι», όμως, όπως επισημαίνει χαρακτηριστικά ο κ. Φλάισερ, «χρέη πληρώνουν και οι φίλοι».
Σε γερμανικά αρχεία της δεκαετίας του 1950 αναφέρεται ρητά ότι κύριος στόχος της γερμανικής πολιτικής προς την Ελλάδα ήταν «η εξαφάνιση του πολεμικού παρελθόντος», δηλαδή ήταν συνειδητή επιλογή η αποσιώπηση του θέματος των αποζημιώσεων, ενώ χρησιμοποιήθηκε ως επιχείρημα έναντι των Ελλήνων «ξεχάστε τις απαιτήσεις για επανορθώσεις, αφού θέλετε να ενταχτείτε στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα».
Όταν το 1995, μετά την απεμπλοκή της Συνθήκης του Λονδίνου στο θέμα των χρεών, ως επακόλουθο της γερμανικής επανένωσης, η Ελλάδα έθεσε επίσημα το θέμα των επανορθώσεων, προσπαθώντας να διαβιβάσει ρηματική διακοίνωση στο γερμανικό Υπουργείο Εξωτερικών, που βρισκόταν τότε στη Βόννη, αυτό αρνήθηκε να την παραλάβει, ακόμη και ο θυρωρός, διότι σύμφωνα με ανακοίνωση της γερμανικής κυβέρνησης, είχε παρέλθει ο χρόνος διευθέτησης του θέματος, ενώ την ίδια τύχη είχαν και οι 65.000 αγωγές ιδιωτών που ζητούσαν αποζημιώσεις.
Σε ό,τι αφορά την επιτροπή που έχει συσταθεί για την εξέταση του αιτήματος για τις πολεμικές αποζημιώσεις, ο κ. Φλάισερ τονίζει ότι η επιτροπή αυτή ήταν μια αντίδραση στην πίεση που δέχεται η ελληνική κυβέρνηση από την αντιπολίτευση, ωστόσο το όλο εγχείρημα δεν έχει νόημα, εφόσον δεν αντιδρά η γερμανική πλευρά. Και στο παρελθόν υπήρξαν τέτοιες επιτροπές, και πάλι όμως δεν αντέδρασε η γερμανική κυβέρνηση και πολύ περισσότερο δεν θα το κάνει τώρα που η Ελλάδα δεν θεωρείται ισότιμος εταίρος.
Όπως καταλήγει στη συνέντευξή του ο διάσημος Αυστριακός ιστορικός, όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις, μετά το 1990, διακήρυτταν επίσημα πως δεν παραιτούνται από τις απαιτήσεις, τις οποίες θα θέσουν σε μια ευνοϊκή χρονική στιγμή, στιγμή όμως, που ποτέ δεν ήλθε και τώρα είναι φυσικά η πλέον δυσμενής στιγμή για να τεθεί αυτή η ιστορικά και ηθικά θεμελιωμένη αξίωση.
Αναρτήθηκε από
The truth. master
στις
11:48 μ.μ.
0
σχόλια


Αποστολή με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου
BlogThis!Κοινοποίηση στο XΜοιραστείτε το στο FacebookΚοινοποίηση στο Pinterest
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)